YG Acoustics Hailey 3 Ηχεία Δαπέδου [ Δοκιμή Absolute Sound ]
YG Acoustics Hailey 3 Ηχεία Δαπέδου
Απόδοση Δοκιμής high-end home audio ηχείων από το περιοδικό The Absolute Sound 2025 [ του Allan Taffel ].
Στα πρώτα στάδια της έμπνευσης κάθε νέου ηχείου, ο σχεδιαστής οφείλει να καθορίσει την αποστολή του προϊόντος. Τι ακριβώς καλείται να επιτύχει αυτό το μοντέλο; Σε ποιον απευθύνεται; Σε ποιό ακουστικό περιβάλλον θα αποδίδει ιδανικά; Για το μεγαλύτερο μέρος της 22χρονης πορείας της, τα ηχεία της YG Acoustics μοιράζονταν μια κοινή αποστολή, εμπνευσμένη από τον ιδρυτή και επικεφαλής σχεδιαστή της εταιρείας, κ. Yoav Geva. Ανεξάρτητα από το μέγεθος ή την τιμή ενός συγκεκριμένου μοντέλου, ο Yoav στόχευε με συνέπεια στη δημιουργία ηχείων που διέπρεπαν σε συγκεκριμένες τεχνικές μετρήσεις. Ειδικότερα, ο Geva ήταν φανατικά προσηλωμένος στη μείωση των διαφόρων ηχητικών παραμορφώσεων, όπως αυτές μετρώνται με συμβατικές μεθόδους. Κυριότερη έμφαση από τις παραμορφώσεις που στόχευε να εξολοθρεύσει δώθηκε σε όσες αφορούν τους κραδασμούς της καμπίνας. Αυτό εξηγεί τα χαρακτηριστικά και το σχήμα των ηχείων YG. Κατασκευάζονται από συμπαγές αλουμίνιο (billet aluminum), σε συνδυασμό με εκτεταμένες εσωτερικές ενισχύσεις και άλλες τεχνικές που αυξάνουν την ακαμψία και ελαχιστοποιούν το λεγόμενο ringing (στα ελληνικά «κουδούνισμα» ή πιο σωστά "ήχοι συντονισμών"). Για την αντιμετώπιση της περίθλασης, μιας ακόμη πηγής ηχητικής αλλοίωσης, τα ηχεία είναι αρθρωτής κατασκευής, με ξεχωριστά τμήματα που δεν είναι ποτέ ιδαιτέρως φαρδύτερα από τα μεγάφωνο/α που φιλοξενούν. Επιπλέον, όλες οι καμπίνες των YG ηχείων είναι κλειστού τύπου, ώστε να αποφεύγονται οι παραμορφώσεις που μπορεί να προκύψουν από σχεδιάσεις με οπές (bass reflex).
Αυτές οι τεχνικές απέδωσαν καρπούς! Τα δημιουργήματα της YG έχουν εκτιμηθεί ευρέως για τη χαμηλή παραμόρφωση, καθώς και για την τονική ουδετερότητα και την εξαιρετική στερεοφωνική απεικόνιση. Από την άλλη πλευρά, η YG κατηγορήθηκε κατά καιρούς ότι κατασκευάζει «αναλυτικά» μοντέλα, τα οποία δεν καταφέρνουν να αποδώσουν πλήρως το συναισθηματικό φάσμα, τη συναισθηματική φόρτιση της μουσικής. Το Carmel 2 που είχα αξιολογήσει πριν από μερικά χρόνια ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αν και σαφώς πιο προσιτό από το αρχικό Carmel, το ηχείο στερούνταν μιας ορισμένης ζεστασιάς.

Η ταλάντευση γύρω από το σημείο ισορροπίας (ανάλυσης/δραματικότητας) θα μπορούσε να είχε συνεχιστεί επ’ αόριστον, αν δεν συνέβαινε το εξής: το 2017, προς μεγάλη έκπληξη πολλών στον χώρο, η εταιρεία πέρασε σε ένα νέο σχήμα ιδιοκτησίας με καθαρά audiophile προσανατολισμό. Έπειτα, το 2020, ένας προοδευτικός σχεδιαστής με το όνομα Matthew Webster ανέλαβε τη θέση του CEO. Από εκείνη τη στιγμή, αν και τίποτα στην εξωτερική εμφάνιση των ηχείων δεν το πρόδιδε, όλα άλλαξαν. Για να είμαστε σαφείς, ο Webster σεβόταν απόλυτα όσα είχε επιτύχει ο Geva. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αποφασισμένος να οδηγήσει την εταιρεία σε μια νέα κατεύθυνση. Είχε πράγματι στο μυαλό του μια θεμελιωδώς διαφορετική αποστολή για τα ηχεία της YG. Αντί να επικεντρώνονται στην απόδοση τεχνικών αρετών, ήθελε —με τα δικά του λόγια— να «δημιουργούν και αποδίδουν μαγεία». Δηλαδή, πέρα από τις ήδη εντυπωσιακές τεχνικές τους αρετές, τα ηχεία της YG έπρεπε να προκαλούν με μια λέξη... ανατριχίλες! Η αποστολή είχε μετατοπιστεί από το τεχνικό & αναλυτικό, στο συναισθηματικό.
Φυσικά, ένας μουσικοκεντρικός στόχος δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για τους κατασκευαστές ηχείων. Το δύσκολο για τον Webster ήταν να ανακαλύψει ποιες τεχνικές σχεδίασης, κατασκευής και αξιολόγησης θα οδηγούσαν στη μαγεία που αναζητούσε. Για απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, στράφηκε σε αυτό που γνώριζε καλύτερα: την υπολογιστική μοντελοποίηση. Αυτό μπορεί να ακούγεται παράδοξο, δηλαδή να χρησιμοποιείς ψηφιακή τεχνολογία για να εξερευνήσεις τις ρίζες μιας συναισθηματικά φορτισμένης αναλογικής ακρόασης. Όμως ο Webster κατέχει διδακτορικό στην αστροφυσική από το Πανεπιστήμιο του Cambridge. (Ναι, είναι κυριολεκτικά επιστήμονας πυραυλικών συστημάτων.) Για εκείνον, ωστόσο, η τεχνολογία και οι μετρήσεις είναι μέσο για έναν σκοπό —έναν μουσικό σκοπό— και όχι ο ίδιος ο σκοπός. Όπως επισημαίνει ο Webster, «υπάρχουν πολλά ηχεία που μετρούνται εξαιρετικά με παραδοσιακά κριτήρια, αλλά δεν συγκινούν τον ακροατή».
Μέσω της υπολογιστικής μοντελοποίησης (ο Webster έγραψε τη διδακτορική του διατριβή πάνω στη μεγάλης κλίμακας μοντελοποίηση του σύμπαντος), πίστευε ότι θα μπορούσε να εντοπίσει ποιες τεχνικές σχεδίασης οδηγούν σε ηχεία που αγγίζουν πάνω από όλα, συναισθηματικά τον ακροατή. Πριν προχωρήσει σε μια ριζική ανανέωση της σειράς Reference Series 2, αποφάσισε να δοκιμάσει αυτή την "υπόθεση" σε μια νέα σειρά με την ονομασία Peaks. Τα μοντέλα Peaks θα τοποθετούνταν σε χαμηλότερο επίπεδο τιμής από αυτό που επέτρεπαν τα υλικά και η κατασκευή της σειράς Reference. Παράλληλα, θα έδιναν στον Webster μια πλατφόρμα για να απαντήσει στο ερώτημα: «Τι μπορούμε να επιτύχουμε με την υπολογιστική μοντελοποίηση;». Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα που έβλεπε στην υπολογιστική μοντελοποίηση ήταν η δυνατότητα «κατασκευής» ενός τεράστιου αριθμού εικονικών πρωτοτύπων. Για τη σειρά Peaks, δημιούργησε 450 πρωτότυπα — κάτι αδιανόητο στον πραγματικό-φυσικό κόσμο. Φυσικά, υπήρχαν και απτά-πραγμαικά πρωτότυπα, περίπου ένα για κάθε 50 εικονικά. Αυτά ήταν απαραίτητα, αφενός επειδή δεν μπορείς να ακούσεις ένα μοντέλο υπολογιστή και αφετέρου επειδή ήταν κρίσιμο να μετρηθεί η πραγματική συμπεριφορά ενός πρωτοτύπου ώστε να διαπιστωθεί αν ταίριαζε με τις προβλέψεις του μοντέλου στον Η/Υ.
Στην πορεία, ο Webster διαπίστωσε ότι τα τυπικά υπολογιστικά μοντέλα δεν ήταν ούτε αρκετά ακριβή ούτε αρκετά ολοκληρωμένα για να αποτυπώσουν και να εξηγήσουν τη συμπεριφορά ενός ηχείου. Το θέμα έγινε ολοένα και πιο σύνθετο. Για παράδειγμα, απέκτησε πολυδιάστατο χαρακτήρα, ενσωματώνοντας όχι μόνο φυσικές, αλλά και ηλεκτρονικές και μαγνητικές ιδιότητες. Σύντομα, η πολυπλοκότητα έφτασε σε τέτοιο επίπεδο που δεν μπορούσε να δημιουργηθεί ή να χειριστεί από υπολογιστές προσβάσιμους στους "κοινούς" θνητούς. Ευτυχώς, στις μέρες μας δεν χρειάζεται να αγοράσει κανείς υπερυπολογιστή για τέτοιες εργασίες. Το cloud computing έχει καταστήσει την απαιτούμενη ισχύ διαθέσιμη κατά παραγγελία και έτσι πληρώνεις μόνο για ό,τι χρησιμοποιείς. Τελικά, η YG συνέδεσε 2.000 GPUs (μονάδες επεξεργασίας γραφικών) από το cloud για να τρέξει το μοντέλο. Η σειρά Peaks κατανάλωσε 4,5 εκατομμύρια GPU-ώρες ! Ο Webster διαπίστωσε επίσης ότι οι παραδοσιακές τεχνικές μετρήσεων υστερούσαν. Για να αποκτήσει πληρέστερη εικόνα της πραγματικής απόδοσης ενός ηχείου, επένδυσε μέρος του νέου κεφαλαίου της YG σε εργαλεία όπως πολυσημειακή λέιζερ-βιβρομετρία (multi-point laser vibrometry) και φωτογραφία υψηλής ταχύτητας, ικανή να παράγει 200.000–500.000 χρονικά «κομμένες» εικόνες ανά δευτερόλεπτο. Η YG πάντοτε συνόδευε αυτές τις τεχνικές με εκτεταμένες ακροάσεις. Διαφορετικά, δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζει αν η τελική αποστολή είχε επιτευχθεί.
Καθώς τα σχέδια της σειράς Peaks οριστικοποιούνταν, ο Webster επένδυε ταυτόχρονα περισσότερα κεφάλαια σε ένα αναβαθμισμένο και διευρυμένο εργοστάσιο. Δημιούργησε μια υπερσύγχρονη μονάδα παραγωγής αντάξια της πλέον υπερσύγχρονης διαδικασίας R&D της YG. Για παράδειγμα, οι αρχικές κοπές των αλουμινένιων τμημάτων της καμπίνας γίνονται με υδροκοπή (waterjet), η οποία είναι ταχύτερη, πιο οικονομική και πιο φιλική προς το περιβάλλον. Τα κομμάτια που προκύπτουν διαμορφώνονται στη συνέχεια με τους πιο προηγμένους τόρνους και εργαλειομηχανές 4 και 5 αξόνων που υπάρχουν, προσφέροντας ακρίβεια της τάξης των 0,004 χιλιοστών — πραγματικά εντυπωσιακή! Όπως αποδείχθηκε, η σειρά Peaks σημείωσε ηχητική και εμπορική επιτυχία πολύ μεγάλων διαστάσεων. Πλέον σίγουρος για τις διαδικασίες R&D, αξιολόγησης και παραγωγής, ένιωσε έτοιμος να στραφεί στη σειρά Reference. Με φιλοδοξία, αποφάσισε να αναβαθμίσει ολόκληρη τη Series 2 σε Series 3 μονομιάς. Ανάμεσα στα νέα μοντέλα ήταν και το μεσαίας κατηγορίας Hailey 3, που αξιολογείται εδώ. Το ηχείο κοστίζει 68.000 δολάρια το ζεύγος στις ΗΠΑ το 2025. Όπως όλα τα μοντέλα της Series 3, η καμπίνα του Hailey 3 είναι κατασκευασμένη από συμπαγές αλουμίνιο. Ωστόσο, στην ουσία πρόκειται για δύο αλουμινένιες καμπίνες με κενό ανάμεσά τους. Για την αποτροπή του «ringing» λοιπόν, τα φύλλα αλουμινίου που αποτελούν τις καμπίνες συμπιέζονται μεταξύ τους, όπου μεσολαβεί υλικό απόσβεσης τύπου constrained-layer ενδιάμεσα. Αυτό εξηγεί τη σπανιότητα της καμπίνας του Hailey 3, η οποία είναι άκαμπτη χωρίς να ακούγεται «νεκρή».
Τα μεγάφωνα σε σειρά ξεκινούν από επάνω με το tweeter μεταξωτού θόλου, του οποίου ο θόλος εδράζεται πάνω σε ένα λεπτεπίλεπτο πλέγμα από αλουμίνιο. Νέο στοιχείο για τη Series 3 είναι ο επανασχεδιασμός των ενισχύσεων που είναι κατεργασμένες στο πίσω μέρος του κώνου, αυξάνοντας την ακαμψία και μειώνοντας τη μάζα. Υπάρχει επίσης ένας νέος, πιο περίπλοκος κυματοδηγός του tweeter, που κατέστη δυνατός μόνο χάρη στις εξελιγμένες τεχνικές παραγωγής που περιγράφηκαν παραπάνω. Ο νέος κυματοδηγός μειώνει την υψηλής τάξης παραμόρφωση, προσφέροντας ως αποτέλεσμα πιο ομαλές-γραμμικές υψηλές συχνότητες. Το tweeter καλύπτει συχνότητες από τα 1,75 kHz έως και τα 40 kHz. Αυτό το εκτεταμένο εύρος διασφαλίζει επίσης ότι το μεγάφωνο δεν εμφανίζει διάσπαση ή μετατόπιση φάσης εντός της ακουστής περιοχής. Η μονάδα των μεσαίων περιοχών 7,25 ιντσών και το γούφερ 11 ιντσών με κώνους αλουμινίου προέρχονται και οι δύο από το μοντέλο Hailey 2. Το σημείο κρος στα 90 Hz μεταξύ τους σημαίνει ότι το midrange (η μονάδα μεσαίων) αναλαμβάνει μεγάλο μέρος του έργου που συνήθως ανατίθεται στο γούφερ. Ωστόσο, η μοντελοποίηση, οι ακροάσεις και οι μετρήσεις έδειξαν ότι αυτή η σχεδίαση βελτιώνει τη συνοχή και την κανονικότητα φάσης σε ένα κρίσιμο τμήμα του ακουστού φάσματος.
Μα και το ίδιο το κροσόβερ είναι νέας σχεδίασης. Σε όλο το κύκλωμα χρησιμοποιούνται ειδικά πηνία και πυκνωτές, με ιδιαίτερη προσοχή στις μικροφωνικές επιδράσεις. Για παράδειγμα, πολλά από τα πηνία είναι εγκιβωτισμένα και στερεωμένα έπειτα στην πλακέτα. Οι πυκνωτές επιλέχθηκαν μετά από ακροάσεις περισσότερων από 20 κορυφαίων προτάσεων προμηθευτών, ενώ το κύκλωμα περιλαμβάνει και ειδικούς πυκνωτές foil, κατασκευασμένους ακριβώς & σύμφωνα με τις προδιαγραφές της YG. Ακόμη και οι διαδρομές της πλακέτας έχουν αυξημένο πάχος. Ίσως όμως το σημαντικότερο είναι ότι η υπολογιστική μοντελοποίηση κατέστησε δυνατή τη σχεδίαση ενός κροσόβερ με πρακτικά τέλειο ταίριασμα φάσης μεταξύ των μεγαφώνων. Στις συχνότητες όπου δύο μεγάφωνα επικαλύπτονται, λειτουργούν με απόλυτο πιστονικό συγχρονισμό. Η YG αναγνώρισε ότι αυτό είναι ένα σημείο που, αν δεν υλοποιηθεί άψογα, επηρεάζει αρνητικά τη συναισθηματική εμπλοκή του ακροατή κατά την ακρόαση.

Πώς ακούγεται λοιπόν αυτό το ανασχεδιασμένο Hailey; Καθαρό, ναι. Αλλά με μια ανανεωμένη αισθητική. Καταρχάς, ένιωσα ότι άκουγα ένα ηχείο που όχι μόνο εξαλείφει τις παραμορφώσεις, αλλά επιδεικνύει τη "σιωπή του" κάνοντας στην άκρη για να αφήσει τη μουσική να περάσει. Μέσα από το Hailey 3 άκουσα επιμέρους μουσικές γραμμές πιο καθαρά απ’ ό,τι ποτέ άλλοτε στο σύστημά μου. Αυτά τα YG δεν αποδίδουν απλώς λεπτομέρεια, αλλά πολυεπίπεδη λεπτομέρεια. Για παράδειγμα, ας πάρουμε το “Playing for Time” του Peter Gabriel. Όταν μπαίνει η ορχήστρα, δεν εμφανίζεται ως ένας ενιαίος όγκος, αλλά ως ένας συνδυασμός αλληλοπλεκόμενων οργανικών μουσικών "γραμμών" ή καλύτερα επιπέδων. Μέσα από τα YG άκουσα στοιχεία αυτού του μουσικού συμπλέγματος που δεν είχα ξανακούσει ποτέ, ακόμη και με άλλα κορυφαία ηχεία. Έπειτα της κορυφαίας καθαρότητας, το επόμενο που αντιλαμβάνεται κανείς είναι η φινέτσα. Ο ήχος από τα Hailey 3 δεν είναι ποτέ υπερβολικά αιχμηρός — και αυτό δεν οφείλεται σε κάποια εξομάλυνση συχνοτικών περιοχών. Υπάρχουν άφθονες μεταβατικές αιχμές (transients) και χτυπούν με τη σωστή πυγμή. Όμως δεν υπάρχει καμία (τεχνητή) σκληρότητα. Ένας από τους λόγους είναι το νέο tweeter, το οποίο συμπεριφέρεται υποδειγματικά. Δεν εμφανίζει διάσπαση στην ακουστή περιοχή, όσο κι αν πιεστεί.
Η απόλυτη δοκιμή μου σε αυτό το πεδίο είναι οι «κοφτές» ψηλές νότες πιάνου στο “The Conversation” του Michael Wolff. Για μια σωστή αναπαραγωγή, χρειάζονται πραγματική ταχύτητα, σαφήνεια και αντοχή. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα (λίγα) ηχεία που το καταφέρνουν εμφανίζουν ταυτόχρονα διάσπαση γύρω από αυτές τις νότες. Όχι το Hailey 3. Οι νότες αποδίδονται δυναμικά αλλά καθαρά. Ένα σπάνιο επίτευγμα. Μπορεί να νομίζετε ότι τα ηχεία σας διαπρέπουν σε αυτόν τον τομέα, αλλά μέχρι να ακούσετε κάτι σαν τα Hailey 3, όπου το tweeter φτάνει τα 40 kHz και συνεπώς «χαλαρώνει» στην ακουστή περιοχή, ίσως να μην έχετε ακούσει ποτέ πραγματική υψηλοσυχνική φινέτσα. Παράλληλα, ο νέος κυματοδηγός κάνει εξαιρετική δουλειά στη διασπορά αυτών των υψηλών συχνοτήτων. Ένα από τα οφέλη, πέρα από την υποδειγματική στερεοφωνική απεικόνιση, είναι ότι το Hailey 3 διαθέτει ένα ευρύ sweet spot άρα. Καμία απαίτηση ενός «κεφαλιού σε μέγγενη» στο κέντρο ενός καναπέ, για να το απολαύσετε στο έπακρον!
Όσον αφορά το μπάσο, το YG διαπρέπει σε όλους τους τομείς που θα περίμενε —και θα απαιτούσε— κανείς από ένα ηχείο αυτής της τιμής. Υπάρχει πυκνότητα υφής, άριστη απόδοση των μεταβατικών, ρεαλιστικές χροιές, ένταση και έκταση. Το Hailey 3 είναι αναμφίβολα ένα ηχείο πλήρους φάσματος. Επιπλέον, στις χαμηλές συχνότητες ο καθορισμός και η διαφάνεια κάθε νότας είναι τέτοια που άκουσα περισσότερη πληροφορία χροιάς από κοντραμπάσα απ’ ό,τι έχω συνηθίσει να ακούω σχεδόν από οποιοδήποτε άλλο ηχείο.
Όμως το Hailey 3 διαθέτει και μια ακόμη μεγάλη αρετή στις χαμηλές συχνότητες, που συνδέεται άμεσα με την έννοια της φινέτσας: το μπάσο του είναι ηχηρό, γεμάτο αρμονικό πλούτο! Αυτό γίνεται πιο ξεκάθαρο μέσα και από μια σύγκριση. Το εξαιρετικό Wilson Sasha V διαθέτει επίσης τις προαναφερθείσες ποιότητες στις χαμηλές, όμως ο χαρακτήρας του είναι εντελώς διαφορετικός. Αντί για ηχηρό, το μπάσο του Wilson είναι αυτό που θα αποκαλούσα «σπλαχνικό», με ένταση και νεύρο. Ποιο προτιμά κανείς είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Το ουσιώδες είναι ότι το μπάσο της YG ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τον εκλεπτυσμένο χαρακτήρα του υπόλοιπου ανώτερου φάσματος του ηχείου. Όσον αφορά τη μεσαία περιοχή, θα ήθελα κάθε ηχείο να είναι τόσο ουδέτερο και αποκαλυπτικό σε αυτό το εύρος όσο το Hailey 3. Προσφέρει κορυφαία διαφάνεια χωρίς καμία προσπάθεια. Το είδος της διαφάνειας—όπως ανέφερα και νωρίτερα—που δίνει σε κάθε μουσική γραμμή και σε κάθε όργανο, όσο «θαμμένο» κι αν είναι στη μίξη, την ευκαιρία να αναδειχθεί. Σε πολλές περιπτώσεις βρέθηκα να παρασύρομαι από αυτά τα, πλέον εμφανή, μουσικά στοιχεία. Κάτι που, άλλωστε, ήταν και ο βασικός στόχος της Series 3.
Για να αποδώσω καλύτερα το επίπεδο μουσικής σύνδεσης με τον ακροατή που μπορούν να προσφέρουν αυτά τα ηχεία, επιτρέψτε μου να αναφέρω ένα σύντομο περιστατικό. Στη γειτονιά μου υπάρχει μια παρέα ακροατών που συγκεντρωνόμαστε κατά καιρούς για να ακούμε συσκευές που βρίσκονται υπό δοκιμή. Μεγάλος αριθμός φίλων συγκεντρώθηκε για να ακούσει τα Hailey 3, και ο καθένας έφερε μαζί ένα μουσικό απόσπασμα της επιλογής του. Ακούσαμε λοιπόν, όλοι μαζί αυτό το γνώριμο υλικό. Πολλές φορές η ομάδα παρασύρθηκε τόσο πολύ από τη μουσική, ώστε στο τέλος του κομματιού ξέσπασε σε αυθόρμητο χειροκρότημα. Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό. Τα ηχεία όντως «προσφέρουν μαγεία». Εμφανισιακά, το Hailey 3 δεν προδίδει στο ελάχιστο τη ριζική μεταμόρφωση που κρύβεται πίσω από τη δημιουργία του. Οπτικά είναι σχεδόν πανομοιότυπο με τον προκάτοχό του. Μην ξεγελαστείτε, όμως. Σε φιλοσοφικό, τεχνολογικό και—κυρίως—ηχητικό επίπεδο, το νέο ηχείο αποτελεί ξεκάθαρη τομή με το παρελθόν. Με τη Series 3, η YG έθεσε την συναισθηματική εμπλοκή και τη μουσικότητα ως απόλυτες προτεραιότητες, επιστρατεύοντας την επιστήμη για να τις πετύχει, χωρίς να απαρνηθεί όσα έκαναν τα παλαιότερα YG ξεχωριστά. Κρίνοντας από την απόδοση του Hailey 3, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η νέα αυτή αποστολή ολοκληρώθηκε με εντυπωσιακή επιτυχία.
Τεχνικά Χαρακτηριστικά.
Τύπος: Δαπέδου, κλειστής καμπίνας, 3 δρόμων
Μονάδες: Γούφερ 11″, μεσαία 7,25″, τουίτερ 1″
Ονομαστική αντίσταση: 4 ohm
Απαιτήσεις ισχύος: ελάχιστο 25 W
Ευαισθησία: 87 dB/1W/1m
Απόκριση συχνοτήτων: 20 Hz – 40 kHz
Βάρος: 90 κιλά το καθένα
Διαστάσεις: 11″ x 48″ x 21″.
H Heaven Audio εκθέτει και διαθέτει τα περίφημα YG Acoustics high-end home audio ηχεία.
Για ακουστικές απολαύσεις παγκόσμιας κλάσης, εκεί όπου η τεχνολογία συναντά την τέχνη και η μουσική αποκτά υπόσταση σχεδόν απτή, τα ηχεία YG αξίζει να τα γνωρίσετε το συντομότερο. Δεν πρόκειται απλώς για έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα του ultra high-end home ήχου, αλλά για μια εμπειρία που επαναπροσδιορίζει το τι σημαίνει ακρόαση υψηλής πιστότητας. Αν η μουσική για εσάς είναι συναίσθημα, λεπτομέρεια και μαγεία μαζί, τότε η γνωριμία αυτή δεν μπορεί να περιμένει !
Please complete your information below to login.