REL No.31 Ενεργό Subwoofer [ Δοκιμή Stereophile ]
REL No.31 powered Subwoofer
Απόδοση Δοκιμής Subwoofer (Υπογούφερ) από το περιοδικό Stereophile 2025 [ του Rogier van Bakel ].
Έχω μια σχέση αγάπης–μίσους με τα subwoofer. Τείνουν να ξυπνούν μέσα μου τον «πειραγμένο» εαυτό μου. Ίσως και σε εσάς να συμβαίνει αυτό, να διακρίνετε -που και που- μια πλευρά ενός αξιολύπητου χαρακτήρα: ο μόνιμα νευρωτικός κύριος Hyde, απέναντι στον πιο συγκαταβατικό Dr. Jekyll. Ο Hyde είναι ο σφιγμένος και ποτέ ικανοποιημένος "ανιχνευτής" σφαλμάτων, που εστιάζει εμμονικά σε ηχητικές λεπτομέρειες ακόμη και ελαφρώς εκτός (sweet-spot) σωστής θέσης ακρόασης... ακόμη κι όταν οι υπόλοιποι στο δωμάτιο απολαμβάνουν ανενόχλητοι τη μουσική. Με τα subwoofer, δίνει ρεσιτάλ. «Το άκουσες αυτό;» θα αναφωνήσει μόλις φοβηθεί ότι μια χαμηλή νότα πήρε υπερβολική έμφαση. Γκρινιάζει και σκαλίζει την ιδέα πως η ενσωμάτωση ανάμεσα στα κυρίως ηχεία και το sub αφήνει έναν κρατήρα κάπου στη χαμηλή περιοχή συχνοτήτων. Επιμένει—όχι πάντα πειστικά—ότι μπορεί να εντοπίσει τη θέση του subwoofer, παρότι θεωρητικά τα βαθιά χαμηλά δεν τοπικοποιούνται. Πάνω απ’ όλα, δεν αντέχει ούτε ένα τραγούδι χωρίς να αγχωθεί για τη ρύθμιση της στάθμης, φανταζόμενος ότι πρέπει να «κουμπώσει» ακριβώς τη σωστή δόση μπάσου σε κάθε κομμάτι.
Αυτή η τελευταία τάση είναι μάλλον και η πιο συνηθισμένη. Την έχω διακρίνει εκατοντάδες φορές σε συναδέλφους audiophiles. Πολλές rock ηχογραφήσεις των ’60s και ’70s υστερούν σε μπάσο και ωφελούνται από μια μετριοπαθή ενίσχυση κάτω από τα 60Hz. Όλα καλά. Ύστερα όμως βάζουμε Billie Eilish ή Victor Wooten ή Infected Mushroom, και ξαφνικά το μπάσο είναι υπερβολικό, οπότε τρέχουμε να το χαμηλώσουμε. Όταν ακούμε ολόκληρα άλμπουμ, η ρύθμιση συνήθως μένει «εντός στόχου», αλλά με playlists που τραβούν κομμάτια απ’ όλες τις κατευθύνσεις πρέπει να είμαστε διαρκώς σε επιφυλακή. Υποτίθεται ότι το να ακούς μουσική απαιτούσε τόση δουλειά;
Κι όμως, τα subwoofer μπορούν να είναι και θαυμάσια. Πολλοί από εμάς έχουμε ζήσει στιγμές όπου ένα υπογούφερ μας έκανε να χαμογελάσουμε με ικανοποίηση—ακόμη και ενθουσιασμό—και όχι μόνο όταν βάζουμε ταινίες όπως το Apollo 13 ή το Mad Max: Fury Road. Το εδώ και χρόνια αποσυρμένο Velodyne F-1200 που είχα στα τέλη των ’90s με συγκινούσε κάθε φορά που έπαιζα ορισμένα κομμάτια. Στο ρεπερτόριο αυτό ξεχώριζε το “Give It Up to Love” του Mighty Sam McClain· η εναρκτήρια μπάσα νότα του Mike Rivard χτυπά σκληρά και βαθιά και, με το σωστό στήσιμο, μπορεί να προκαλέσει ευφορία και πληρότητα. Όταν τελικά αγόρασα full-range ηχεία αναφοράς, προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι οι μέρες μου με subwoofer είχαν τελειώσει. Παρ’ όλα αυτά, πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, με μεγάλη χαρά δοκίμασα (σε άλλη έκδοση) δύο κορυφαία μοντέλα της SVS. Το SB16-Ultra, με οδηγό 16 ιντσών, και το SB4000, με οδηγό 13,5 ιντσών, τοποθετήθηκαν σε αντικριστούς τοίχους και συνήθως έπαιζαν ταυτόχρονα. Δύο ενεργά subwoofer αντί για ένα μπορούν να εξομαλύνουν κορυφές και βυθίσεις στα μπάσα που ταλαιπωρούν σχεδόν κάθε δωμάτιο. Συνήθως διευρύνουν και το sweet spot. Όταν έληξε η περίοδος αξιολόγησης, τα «θηρία» της SVS έπρεπε να επιστραφούν, όπως συμβαίνει με όλα τα μοντέλα δοκιμών. Είχαν αποδειχθεί συνολικά εξαιρετικά, οπότε κατσούφιασα λιγάκι όταν το φορτηγό της μεταφορικής τα έβγαλε ξαφνικά από τη ζωή μου. Από την άλλη, ήταν ογκώδη 'όσο δεν πάει' και με τη σύζυγό μου χαρήκαμε που ξανακερδίσαμε λίγη επιφάνεια δαπέδου στο σαλόνι μας.

Deep Impact, στις ακροάσεις...
Από τότε που άρχισα να χρησιμοποιώ αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο δωμάτιο μου ως ακρόασης, στις αρχές του 2023, η επιθυμία μου για subwoofer υψηλής ποιότητας επανήλθε δριμύτερη. Το να απευθυνθώ στη REL Acoustics φαινόταν καλή ιδέα. Υπάρχουν κι άλλοι σπουδαίοι κατασκευαστές, αλλά η REL—γεννημένη στη Βρετανία, με ιδιαίτερα έντονη παρουσία στις ΗΠΑ—είναι η μάρκα που αναφέρεται συχνότερα απ’ όλες όταν οι audiophiles μιλούν για sub υψηλών προδιαγραφών. Ο ιδιοκτήτης της, John Hunter, δέχτηκε χωρίς δισταγμό να δανείσει στο Stereophile ένα ζευγάρι από τα No.31 Reference (8.930 ευρώ το καθένα). Για τον χώρο μου, διαστάσεων 6 × ~4.5 μέτρα, το No.31, με μονάδα ηχείου 12 ιντσών από ανθρακονήματα και ενισχυτή class D ισχύος 900W, έμοιαζε ιδανική επιλογή. Το μεγαλύτερο και δυνατότερο «αρσενικό» της εταιρείας, το No.32 (12.500 ευρώ στην Ευρώπη), με μονάδα 15 ιντσών και ενισχυτή 1000W, θα ήταν μάλλον υπερβολή για χώρους κάτω από περίπου 120 τετραγωνικά μέτρα. Τα μοντέλα, παρεμπιπτόντως, πήραν το όνομά τους επειδή σχεδιάστηκαν 31 και 32 χρόνια μετά την ίδρυση της εταιρείας.
Λίγους μήνες αργότερα, δύο από τους «καλλιτέχνες στα setup» της REL, οι Jerrad Perkins και Clay Parker, παρέδωσαν τα sub των 52 κιλών έκαστο στο σπίτι μου στο Μέιν. Τα No.31, προστατευμένα μέσα στα γιγαντιαία κιβώτιά τους, ίσα ίσα που χωρούσαν από την πόρτα. Για το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της ζεστής μέρας του Ιουλίου, ο Clay λειτούργησε ως συντονιστής. Αρχικά εγκαθίδρυσε μια σύνδεση μέσω δύο καλωδίων (ένα ανά subwoofer), με βύσμα Neutrik Speakon στη μια άκρη και γυμνά καλώδια στην άλλη. Τα γυμνά άκρα τα συνέδεσε στους ακροδέκτες εξόδου αριστερού και δεξιού καναλιού του τελικού μου ενισχυτή, ώστε τα REL να λαμβάνουν ακριβώς το ίδιο σήμα με τα κυρίως ηχεία. Στη συνέχεια απομάκρυνε τα Focal Scala Utopia EVO μου κατά τουλάχιστον 45 εκατοστά περισσότερο αναμεταξύ τους απ’ ό,τι συνήθως, ώστε κάθε 'πύργος' να βρίσκεται περίπου 85 εκατοστά από τον πλησιέστερο πλευρικό τοίχο του δωματείου. Τα στιβαρά, άψογα φινιρισμένα sub της REL, κατασκευασμένα από MDF πάχους έως 2,3 ίντσες, έχουν πλάτος περίπου 80 εκατοστών, με καμπύλα πλευρικά τοιχώματα που στενεύουν προς τα πίσω. Τελικά, κατέληξαν σε θέσεις που δεν θα είχα προβλέψει. Η ομάδα της REL τα τοποθέτησε εσωτερικά των κύριων ηχείων δαπέδου. Ύστερα από ώρες προσεκτικής ακρόασης και απειροελάχιστων ρυθμίσεων, τα No.31 βρέθηκαν περίπου 35 εκατοστά πιο μακριά από τη θέση ακρόασης σε σχέση με τα Focal δαπέδου "Scalas" και σε απόσταση περίπου μισού μέτρου από τον πίσω τοίχο.
Προς ακόμη μια έκπληξη, η ομάδα της REL κατέληξε στο σημείο ανάλυψης των χαμηλών συχνοτήτων, στα 29Hz. Πολύ χαμηλότερα από την περιοχή 60–80Hz που συνήθως συνιστούν άλλοι κατασκευαστές subwoofer, ακόμη και όταν αυτά συνδυάζονται με ηχεία ικανά για βαθύ μπάσο. Αυτό με ιντρίγκαρε. Γιατί τόσο χαμηλή συχνότητα αποκοπής; Και γιατί η συμμετρική τοποθέτηση με τα δύο sub να εκπέμπουν προς τα εμπρός από το μπροστινό μέρος; Είχα φανταστεί ότι τουλάχιστον ένα από τα sub θα κατέληγε σε έναν πλευρικό τοίχο ή ίσως ακόμη και στον τοίχο πίσω μου.

Ο Hunter της REL μου έστειλε και ένα e-mail, ας περιγράψω ως ισοδύναμο μιας απορίας που εκφράζεται με το να ανασκηκώνει κανείς σιωπηλά τους ώμους του: «Δεν βασιζόμαστε σε δόγματα. Οι τεχνικοί ρύθμισης μαθαίνουν πώς να “ακούν” τις "ουρές" που λύνουν προβλήματα του χώρου. Σκεφτόμαστε το μπάσο διαφορετικά από όλους τους άλλους. Η σωστή κρουστική απόκριση είναι κρίσιμη για τη δημιουργία σπουδαίας μουσικής. Για να συμβεί αυτό, η δυναμική του μπάσου πρέπει να είναι σε φάση με τα κύρια ηχεία —γι’ αυτό και προσφέρουμε μόνο επιλογές 0° και 180°— και τα υπογούφερ σας πρέπει να “σχετίζονται” με τα ηχεία σας. Πολλοί άλλοι παγιδεύονται σε αναλύσεις βασισμένες σε ημιτονοειδή κύματα, οι οποίες ουσιαστικά δεν έχουν καμία συσχέτιση με οποιοδήποτε μουσικό γεγονός έχω παρακολουθήσει ποτέ. Ένα kick drum είναι εμβολοφόρο· εκρήγνυται προς το μέρος σου. Δεν μπορείς να το τοποθετήσεις πίσω σου και να ελπίζεις ότι δεν θα προσέξεις μια τέτοια αποσύνδεση.» Επιλέγοντας γενικά χαμηλά σημεία κροσόβερ, η REL για ακόμη μία φορά πηγαίνει κόντρα στη συμβατική σοφία —κάτι που ο Hunter φαίνεται να απολαμβάνει ιδιαιτέρως. «Για να δέσει σωστά ένα υπογούφερ με τα κύρια ηχεία, πρέπει να αρχίσει την αποκοπή του αρκετά χαμηλότερα από το χρήσιμο όριο εξόδου του ηχείου στο συγκεκριμένο δωμάτιο. Ας πούμε ότι ένα ηχείο αρχίζει να πέφτει στα 42Hz. Πολλοί θα προσπαθούσαν να το διασταυρώσουν στα 42Hz, αλλά αυτό θα οδηγούσε σε μια αισθητή κορύφωση ακριβώς σε αυτή τη συχνότητα. Τα δικά μας κροσόβερ κατεβαίνουν έως και τα 20Hz και, παρότι σπάνια χρειάζεται να καταφύγουμε σε τόσο χαμηλή διασταύρωση, σε μια πρόσφατη έκθεση διασταυρώσαμε το αριστερό κανάλι στα 27Hz και το δεξί στα 34.» Οι επισκέπτες που άκουσαν το σύστημα το περιέγραψαν ως απολύτως ενιαίο, μου είπε ο Hunter: «Για να πάψουν τα υπογούφερ να αποδίδουν αργά, βαριά πράγματα που προσέφεραν ως επί το πλείστον τα τελευταία 40 χρόνια, τα σχεδιάσαμε εκ νέου ξεκάθαρα-διαφορετικά.»
Για τον χώρο ακρόασής μου, ο Hunter λέει ότι το προσωπικό του επέλεξε ένα χαμηλότερο από το αναμενόμενο σημείο κροσόβερ ώστε να αντισταθμίσει την ντουλάπα εξοπλισμού στη δεξιά πλευρά του δωματίου.Το υπογούφερ του δεξιού καναλιού τοποθετήθηκε λίγο πάνω από 60 εκατοστά από την πόρτα της ντουλάπας. Ο Hunter θεωρεί ότι αυτή η θέση θα μπορούσε να μετατρέψει τη ντουλάπα σε κάτι σαν παγίδα μπάσου: «Η ίδια η πόρτα λειτουργεί σαν τυμπανική μεμβράνη, αλλά το μπάσο έχει επίσης την ικανότητα να διαπερνά τις πόρτες και να παγιδεύεται.» Δεδομένης της απουσίας παράξενων κορυφώσεων ή "κοιλάδων" στο μπάσο, δεν είχα λόγο να διαφωνήσω.

Συνεχίζοντας την τάση της σε αντισυμβατικές λύσεις, η REL τα τελευταία χρόνια πρωτοπορεί και στα λεγόμενα «sixpacks» — έξι subwoofer, συνήθως στοιβαγμένα σε δύο πύργους των τριών! Ο κυνικός μέσα μου θέλει να το δει ως ένα πονηρό τέχνασμα για να πουληθεί περισσότερο 'προϊόν', όμως αρκετοί εύποροι πελάτες της REL επιμένουν ότι τέσσερα sub είναι καλύτερα από δύο και ότι τα έξι αποτελούν την απόλυτη ηχητική αναβάθμιση. Όταν μίλησα πρώτη φορά με τον Hunter στο τηλέφωνο, μου είπε ξεκάθαρα ότι τα sixpacks (3+3 subs σε κάθε πλευρά) είναι ο βασιλιάς. «Το μπάσο δεν διαδίδεται μόνο κατά μήκος του δαπέδου. Όταν ένα τύμπανο είναι πραγματικά εκρηκτικό, δεν μπορείς να το προσποιηθείς στις χαμηλές συχνότητες». «Θέλαμε να φέρουμε περισσότερη "ανύψωση" στην αναπαραγωγή της μουσικής».
Η ακρόαση είναι η απόδειξη, οπότε προς το παρόν ούτε απορρίπτω ούτε εξυμνώ τις διατάξεις sixpack. Πέρα από τον ήχο, θα παραδεχτώ ότι ένα σύστημα με έξι sub είναι οπτικά εντυπωσιακό. Είναι μια δήλωση. Λέει ότι είσαι διατεθειμένος να το παρακάνεις, με έναν "αρσενικό" τρόπο. Προς το παρόν, πάντως, έμεινα στα δύο.
Κοσμήματα για "Bassheads";
Λίγες ώρες αφότου οι ευγενικοί άνθρωποι της REL αποχαιρέτησαν, παρακολούθησα το Hagazussa, μια γερμανική folk-horror ταινία, της οποίας το αργό εναρκτήριο θέμα παίζεται από ένα τσέλο, υποστηριζόμενο από έναν «οργασμικό» συνθετικό τόνο (ή ίσως είναι το ίδιο τσέλο περασμένο από ηλεκτρονικό doubler και χαμηλωμένο μία οκτάβα — δύσκολο να πεις με βεβαιότητα). Η βαθύτερη νότα της ανατριχιαστικής μελωδίας είναι Σολ η χαμηλή, δηλαδή 24,5Hz. Το δοκίμασα πρώτα χωρίς τα sub· η αποσύνδεσή τους απαιτεί μόλις ένα τέταρτο της μοίρας περιστροφής στα twist-lock βύσματα τύπου Speakon. Μόνα τους, τα Focal Scala Utopia EVO μου όπου κατεβαίνουν έως τα 27Hz (–6dB στα 24Hz), έκαναν εντυπωσιακή δουλειά, «χτυπώντας» τα αυτιά μου με τον τρόπο τους, αλλά ένιωθα πως άφηναν μερικά dB ανεκμετάλλευτα. Μόλις ενεργοποίησα ξανά τα No.31, η χαμηλότερη νότα του μοτίβου δεν ήταν απλώς δυνατότερη. Την ένιωθα περισσότερο, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά. Ο παλμός της ήταν πιο γεμάτος, πιο απειλητικός. Ωστόσο, η βασική αποστολή των No.31 δεν ήταν να λειτουργούν ως προσθήκες home cinema ή ως ενισχυτές κινηματογραφικών soundtracks. Ο κύριος ρόλος τους στο σύστημά μου ήταν να εμπλουτίζουν τη μουσική κάθε είδους. Οπότε, ας περάσουμε στο ψητό.

Η πρώτη μπάσα νότα στο «The Man in the Long Black Coat» του Bob Dylan, από το Oh Mercy (24/96, Columbia/Qobuz), "έσκασε" με δύναμη, με περισσότερη θεμελιώδη ενέργεια απ’ όση μπορούν να αποδώσουν τα Focal Scala από μόνα τους. Δεν ακουγόταν απλά βαθύτερη, όσο μεγαλύτερη και πιο συμπαγής. Ήταν μάλλον αναμενόμενο να λατρέψω τα REL με μουσική πλούσια σε χαμηλές συχνότητες — και πράγματι έτσι έγινε. Δύο από τα αγαπημένα μου LFE κομμάτια, το «Ratchets» του Hedegaard (24/44.1 FLAC, one-hundred/Qobuz) και το «Planners and Thinkers» των Metropolis, από το ομώνυμο soundtrack (16/44.1 FLAC, Soundtrack Classics/Tidal), εξελίχθηκαν σε πραγματικά "slamfests", θυμίζοντάς μου την παρατήρηση ότι «το μπάσο είναι για τη μουσική ό,τι η αρτηριακή πίεση για το σώμα». Ή, όπως το έθεσε ο Casey Miller σε μια εξαιρετική στήλη του Stereophile πριν από μερικά χρόνια, «τον ήχο τον βιώνουμε με ολόκληρο το σώμα μας, όχι μόνο με τα αυτιά». Ακριβώς έτσι.
Όμως τα REL προσφέρουν πολύ περισσότερα από ότι ένα είδος πολυτελείας-κοσμήματος για bassheads. Είχαν αισθητή επίδραση και στην αναπαραγωγή της μεσαίας περιοχής. Τα τσέλα και οι χαμηλότερες οκτάβες ενός καλά ηχογραφημένου εκκλησιαστικού οργάνου ή ενός πιάνου απέκτησαν περισσότερη στιβαρότητα και σώμα. Το ίδιο και τα ταμπούρα, τα χάλκινα και οι περισσότερες κιθάρες. Παρατήρησα επίσης ότι οι χωρικές πληροφορίες είχαν γίνει κάπως πιο ευδιάκριτες. Στην αρχή νόμισα ότι το φανταζόμουν. Μέχρι που ένας φίλος που με επισκέφθηκε το σχολίασε κι εκείνος, χωρίς καμία δική μου υπόδειξη. Ακούσαμε επίσης μια ανωτερότητα στη διαφάνεια: διακριτική μεν, αλλά δύσκολο να την αγνοήσεις μόλις την εντοπίσεις. Γοητευμένος, έβαλα στα REL και μουσικά προγράμματα χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στο μπάσο. Πριν από έναν χρόνο, η Ganavya, μια αξιοσημείωτη τραγουδίστρια, γεννημένη στη Νέα Υόρκη και μεγαλωμένης στην Ινδία, κυκλοφόρησε έναν πραγματικό θησαυρό: το Like the Sky I’ve Been Too Quiet (24/44.1 FLAC, Native Rebel/Qobuz). Ξεχωρίζει το «El Kebda, Let It Go», με ένα λιτό κοντραμπάσο, ένα παραδοσιακό φλάουτο που ονομάζεται venu ή pullangulal και τις καρνατικές κλίμακες της νοτιοϊνδικής μουσικής. Το κομμάτι έχει κάτι το σαγηνευτικά ονειρικό, αλλά και πρωτόγονο μαζί. Τα No.31 αύξησαν την καθαρότητα αυτής της ελαφρώς σκοτεινής και «ανάλαφρης» ηχογράφησης. Λίγες νύχτες αργότερα, χάρισαν μια γλυκιά στιλβωτική πινελιά σε ένα παλιό, κλασικό δείγμα συμφωνικού rock: με τα sub ενεργά, η εκθαμβωτική εισαγωγή στο πιάνο του Tony Banks στο «Firth of Fifth» των Genesis, από το Selling England by the Pound (16/44.1 FLAC, Rhino Atlantic/Qobuz), ακουγόταν κατά κάποιον τρόπο πιο αέρινη και πιο μεγάλη στο χώρο.

Στο «St. Thomas», από το δίσκο Saxophone Colossus (16/44.1 FLAC, Milestone/Qobuz), το σαξόφωνο του Sonny Rollins απέκτησε μεγαλύτερη απτική παρουσία με τα REL στο σύστημα. Μπορούσα να ακούσω πιο καθαρά την ανάσα να προηγείται της χάλκινης λάμψης κάθε νότας. Στη συνέχεια έβαλα το «The Gallis Pole» του Lead Belly, από το The Smithsonian Folkways Collection (16/44.1 FLAC, Folkways/Qobuz). Η κιθάρα του εξάγει μεγάλο σώμα και μπορείς να αντιληφθείς το μέγεθός της ακόμη και σε αυτή την ηχογράφηση ηλικίας 86 ετών. Παρότι ο θρύλος των blues συνήθιζε να κουρδίζει την κιθάρα του περίπου πέντε ημιτόνια χαμηλότερα από το καθιερωμένο E–E (δηλαδή νότες ΜΙ και ΜΙ στην 1ή και 6ή χορδή), το «Gallis Pole» ουσιαστικά δεν περιέχει βαθιές χαμηλές συχνότητες. Κι όμως, τα No.31 πρόσθεσαν ζωντάνια και αυθεντικότητα στον ήχο.
Στην κριτική μου για τα εξαιρετικά ηχεία Maestro EVO της Focal είχα αναφερθεί στο Concerto for Two Pianos, μια σύνθεση του Bryce Dessner σε ερμηνεία των Katia και Marielle Laècque (24/96 FLAC, Decca/Qobuz). Να σημειώσω: «Ο ήχος των χορδών του μεγάλου πιάνου ήταν γεμάτος ενέργεια, ζωντάνια και στιβαρότητα». Ακριβώς το ίδιο συνέβη και εδώ. Τα REL έκαναν να μοιάζει σαν τα Maestro να είχαν επιστρέψει στον χώρο ακρόασής μου, μεγεθύνοντας τα καλύτερα χαρακτηριστικά των Focal Scala.Υπάρχει άραγε κάτι να γράψω και για τη στήλη «παράπονα και μειονεκτήματα»; Ηχητικά, όχι. Εργονομικά, αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Η REL δεν προσφέρει έλεγχο μέσω smartphone ή tablet, προτιμώντας μια καθαρά αναλογική προσέγγιση χωρίς DSP. Το 31 συνοδεύεται από ένα βαρύ, κυκλικό τηλεχειριστήριο, με ποτενσιόμετρα και διακόπτες σημειωμένους με μικροσκοπικά, δυσανάγνωστα γράμματα πάνω σε δίχρωμο φόντο από carbon. Το άκομψο αυτό «clicker» είναι έντονα κατευθυντικό και δεν στέλνει εντολές στο sub αν δεν το σημαδέψεις κατευθείαν προς το εμπρόσθιο του πάνελ. (Για να είμαστε δίκαιοι, αυτό μπορεί να είναι πλεονέκτημα όταν έχεις δύο sub και θέλεις να τα ρυθμίζεις ένα-ένα.) Επίσης δυσκολεύτηκα με την ένδειξη της εμπρόσθιας οθόνης του No.31, τουλάχιστον όταν ήταν τοποθετημένες οι χορδωτές γρίλιες τύπου Sonus faber. Εκείνα τα μαύρα λαστιχένια κορδόνια, το καθένα περίπου όσο σε πάχος της χορδής Μι μιας 6ής χορδής κιθάρας, συχνά έκρυβαν τμήματα των λευκών χαρακτήρων της LCD οθόνης.

The "Bottom" Line - Στην ουσία...
Το «REL» προέρχεται από το όνομα του ιδρυτή της εταιρείας, Richard Edmund Lord, αλλά θα μπορούσε εξίσου να σημαίνει Really Exceptional Lows (πραγματικά εξαιρετικά χαμηλά) ή Room-shaking Effortless Luxe (πολυτέλεια που σείει τον χώρο χωρίς κόπο)! Περίμενα ότι τα δύο subwoofer No.31 θα πρόσθεταν μεγαλύτερη δυναμική και έκταση στα χαμηλά του συστήματός μου — και το έκαναν, ατάραχα. Όμως τα REL πρόσθεσαν επίσης στη μεσαία περιοχή μια επιπλέον δόση καθαρότητας, κάτι που δεν θα περίμενε κανείς. Σε ορισμένα μουσικά κομμάτια, αύξησαν και την αίσθηση του «αέρα» (η σκηνή έγινε πιο αέρινη). Τα δύο κορυφαία subwoofer της SVS που είχα στο σύστημά μου το 2021 άφησαν παρόμοια εντύπωση, όμως το θετικό αποτέλεσμα ήταν πιο έντονο με τα REL — όπως άλλωστε θα έπρεπε, αφού κοστίζουν πάνω από τρεις φορές περισσότερο. Τα κομψά, καμπυλωτά No.31 είναι επίσης κατά πολύ πιο ελκυστικά στην όψη. Οι ανταγωνιστές δείχνουν, σε σύγκριση, 'κύβοι" άνευ έμπνευσης.
Στη μητρική μου γλώσσα, τα ολλανδικά, η λέξη rel σημαίνει «φασαρία» ή «αναταραχή», και τα No.31 ήταν πράγματι μια… αναταραχή στο σύστημά μου. Ευέλικτα και μουσικά, διέπρεψαν τόσο στη πυγμή των χαμηλών όσο και στη περιγραφή έκφρασης. Αν διαθέτετε τον προϋπολογισμό, τον χώρο και τη διάθεση, τα REL αποτελούν μια εξαιρετικά πειστική πρόταση για σοβαρές ακρόασεις.
----------
Τιμή high-end Υπογούφερ REL No. 31 : 8.930,- € (με ΦΠΑ)
H Heaven Audio διαθέτει προς πώληση και προς επίδειξη στο showroom της τα κορυφαία υπογούφερ (subwoofers) της REL .
Σας προσκαλεί να τα ακούσετε προσεκτικά !
Please complete your information below to login.