KEF LS60 Wireless Ηχεία Δαπέδου
KEF LS60 Wireless loudspeaker
[ Δοκιμή Stereophile Περιοδικό, Kalman Rubinson Feb 16, 2023 ]
Ενδιαφέρθηκα για τον χώρο του ήχου υψηλής πιστότητας από πολύ παλία, σε μια περίοδο όπου το «φτιάξ’ το μόνος σου» (DIY) αποτελούσε σημαντικό κομμάτι του χόμπι. Στους καταλόγους των καταστημάτων της εποχής, αφιερώνονταν χώρος προβολής σε μεμονωμένα μεγάφωνα και τα κουτιά τους, όσο και στα 'έτοιμα' ηχεία. Όσοι από εμάς θέλαμε ή χρειαζόμασταν να εξοικονομήσουμε χρήματα, κατασκευάζαμε μόνοι μας τις καμπίνες ηχείων από κιτ σχέδια ή άρθρα σε περιοδικά όπως τα Radio-Electronics, Audiocraft και Audio. Στα πρώτα εκείνα χρόνια, οι δημοφιλείς επιλογές ήταν οι κόρνες και τα ηχεία τύπου bass reflex, αλλά ο καθένας μπορούσε να βάλει μεγάφωνα σε οποιοδήποτε κουτί ταίριαζαν. Έπειτα, το 1956, ήρθε η πατέντα του Ed Villchur για τα ηχεία ακουστικής ανάρτησης (acoustic suspension), τα οποία κυκλοφόρησαν με την επωνυμία Acoustic Research. Και το 1961, η πρωτοποριακή μελέτη του A. N. Thiele, "Loudspeakers in Vented Boxes", όρισε μια σειρά από προδιαγραφές για κλειστές ή reflex καμπίνες, που συνέδεαν τα χαρακτηριστικά απόδοσης στις χαμηλές συχνότητες (απόκριση συχνότητας, ισχύς, διαδρομή κώνου κ.λπ.) με τη σχεδίαση της καμπίνας και τις ηλεκτρομηχανικές παραμέτρους του μεγαφώνου.
Μια γνωστή συνέπεια, γνωστή ως Ο Σιδερένιος Νόμος του Hofmann (Hofmann’s Iron Law), διατυπώθηκε από τον Josef Anton Hofmann —μηχανικό ήχου που δούλευε στην Acoustic Research (το “H” στο KLH)— και έλεγε πως τρεις παράμετροι δεν μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα: βαθύ μπάσο, μικρό μέγεθος (καμπίνας) και υψηλή ευαισθησία. Μπορείς να έχεις οποιονδήποτε συνδυασμό. Δύο από αυτά τα καλούδια μαζί, αλλά όχι και τα τρία μαζί ! Τούτες οι θεμελιώδεις αρχές αποτελούν μέχρι σήμερα τη βάση των περισσότερων σχεδιάσεων ηχείων. Όχι όμως όλων. Ούτε ο Hofmann, ούτε ο Thiele, ούτε ο Villchur προέβλεψαν τη χρήση ενεργής ψηφιακής επεξεργασίας σήματος (DSP) για παράδειγμα της KEF που επιδρά στο συνδυασμό μεγαφώνου, καμπίνας και χώρου. Το ασύρματο σύστημα ηχείων KEF LS60 Wireless αποτελεί λοιπόν μια παράκαμψη του Σιδερένιου Νόμου του Hofmann.Σχεδιασμένο για την 60ή επέτειο της KEF —όπως το LS50 είχε σχεδιαστεί για την 50ή— το LS60 Wireless έρχεται ως προϊόν-δήλωση, που ενσωματώνει το όραμα του ιδρυτή της εταιρείας, Raymond Cooke: ότι δηλαδή η απόδοση των ηχείων μπορεί να βελτιωθεί μέσω νέων υλικών και τεχνολογιών. Οι πρόσφατες βελτιώσεις στις σχεδιάσεις της KEF περιλαμβάνουν την εξέλιξη του ομοαξονικού μεγαφώνου Uni-Q, την εξελιγμένη Τεχνολογία Απορρόφησης (MAT), τα woofer Uni-Core με σύστημα force-canceling και περιφέρειες P-Flex, καμπίνες με σχήμα που μειώνουν τη διάχυση και ρύθμιση μεγαφώνων που δημιουργεί αυτό που η KEF αποκαλεί Μία Εμφανή Πηγή (Single Apparent Source). Όλα αυτά, εκτός από τα Uni-Core και P-Flex, υπήρχαν ήδη στο μοντέλο KEF Blade Two Meta, το οποίο οι συντάκτες του Stereophile ανέδειξαν ως «Ηχείο της Χρονιάς 2022». Το LS60 προχωρά ένα βήμα παραπέρα, ενσωματώνοντας ενισχυτές και ηλεκτρονικά για ενσύρματη ή ασύρματη ροή μουσικής και, όπως αναφέρθηκε, DSP. Το ίδιο ισχύει και για τα μικρότερα ασύρματα αδέλφια του, τα LS50 Wireless και LSX, το τελευταίο από τα οποία είχε αξιολογήσει ο Herb Reichert το 2019. Ο επιτυχής συνδυασμός όλων αυτών των τεχνολογιών από την KEF σε ένα κομψό, αποδοτικό ηχείο δαπέδου καθιστά το LS60 προϊόν-ορόσημο.
Παράδοση από την KEF.
Η ομάδα της KEF από το Νιου Τζέρσι, μας παρέδωσε και εγκατέστησε τα LS60, όπως είχε κάνει και πέρυσι με τα Blade Two Meta. Η τοποθέτησή τους στον χώρο προχώρησε εξίσου γρήγορα, αλλά χρειάστηκε επιπλέον χρόνος για τη σύνδεσή τους με το τοπικό δίκτυο wi-fi, ώστε να μπορώ να τα ελέγχω και να κάνω streaming μουσικής. Ο Ben Hagens, ως ειδικός επίδειξης προϊόντων της KEF, τα έθεσε σε λειτουργία μέσα σε λίγα λεπτά. Όλα έδειχναν εντάξει και οι τεχνικοί πήραν τα κουτιά συσκευασίας και αποχώρησαν. Οι καμπίνες των LS60 (από MDF με ματ φινίρισμα), έχουν εντυπωσιακή εμφάνιση: καθαρές ορθογώνιες στήλες με στρογγυλεμένα άκρα, ύψους 41", πλάτους 5,1" και βάθους 12,6". Κάθε καμπίνα έχει τρία εσωτερικά "διαμερίσματα". Το κάτω στεγάζει τα ηλεκτρονικά (η οπή στο πίσω μέρος πάνω από το πάνελ συνδέσεων λειτουργεί ως έξοδος θερμού αέρα -ως ενεργά ηχεία άρα φέρουν και ενισχυτές- και δεν έχει ακουστική λειτουργία) & μια μικρή οπή στη βάση λειτουργεί ως είσοδος ψυχρού αέρα. Το πάνω τμήμα περιέχει τους μετατροπείς digital to analog, με τη μονάδα Uni-Q να διαθέτει το δικό της "υποδιαμέρισμα". Τα πάνω "διαμερίσματα" είναι σφραγισμένα. Οι καμπίνες στηρίζονται σε επίπεδες βαριές βάσεις που προσφέρουν σταθερότητα. Ακόμα και στο εντυπωσιακό Royal Blue χρώμα με τις χάλκινες Uni-Q μονάδες, ταιριάζουν άψογα σε έναν παραδοσιακό ή μοντέρνο χώρο.
Η μονάδα 4" Uni-Q εδρεύει στη μπροστινή πλευρά (5" μήκους) των ηχείων . Η καμπύλη της καμπίνας λειτουργεί και ως οδηγός κύματος για το tweeter καθώς μειώνει και τη διάχυση. Η Uni-Q λοιπόν, βρίσκεται αρκετά μακριά από το πάνω άκρο της καμπίνας, ώστε η επίδραση αυτής της μετάβασης στον ήχο να είναι ελάχιστη. Τα τέσσερα γούφερ χαμηλών συχνοτήτων είναι τοποθετημένα ανά δύο στα πλαϊνά, συμμετρικά πάνω και κάτω από τη Uni-Q. Κάθε ζεύγος μοιράζεται κοινό μαγνητικό κύκλωμα, με τα πηνία φωνής τοποθετημένα ομοαξονικά. Ηλεκτρικά λειτουργούν σε φάση (in-phase), με τους κώνους στραμμένους αντίθετα. Αυτή η διαμόρφωση force-canceling, γνωστή ως Uni-Core LF, επιτρέπει —και απαιτεί— το LS60 να διατηρεί στενό προφίλ, καθοριστικό για τη λειτουργία του ως "Μίας Εμφανής Πηγής". Αν και οι δύο καμπίνες του ζεύγους ηχείων είναι σχεδόν ίδιες, η μία —η «Primary»— χειρίζεται τις εισόδους, εξόδους και το περιβάλλον χρήστη. Στο πίσω μέρος της υπάρχουν πέντε σειρές συνδέσεων: κουμπιά επαναφοράς και σύζευξης ηχείων/Bluetooth, HDMI, ψηφιακές θύρες TosLink και RCA S/PDIF, αναλογικές είσοδοι RCA, θύρα USB service, σύνδεση υπογούφερ, RJ45 για ενσύρματο δίκτυο (Ethernet) και σύνδεση μεταξύ ηχείων, καθώς και παροχή ρεύματος AC. Το «Secondary» διαθέτει αντίστοιχα απλούστερη διάταξη.
Μετά τη σύνδεση των δύο ηχείων στο ρεύμα, η βασική ρύθμιση περιλαμβάνει τη λήψη της εφαρμογής KEF Connect από το Apple Store ή το Google Play, τη σύζευξή της μέσω Bluetooth με το «Primary» ηχείο και την παρακολούθηση των οδηγιών για σύνδεση στο τοπικό δίκτυο (LAN). Έπειτα, τα δύο ηχεία συγχρονίζονται μεταξύ τους και ο χρήστης έχει πρόσβαση σε μια εντυπωσιακή ποικιλία πηγών μουσικής.Όπως υποδηλώνει το όνομά του, το LS60 Wireless έχει σχεδιαστεί για ασύρματο streaming μέσω Wi-Fi. Στο διαμέρισμά μου υπάρχει Wi-Fi, αλλά το σήμα εξασθενεί στο πίσω μέρος του καθιστικού. Έτσι, στην αρχή αντιμετώπισα διακοπές και αποσυνδέσεις. Υπήρχαν δύο λύσεις: είτε να συνδέσω τα LS60 ενσύρματα μέσω Ethernet είτε να προσθέσω ενισχυτή Wi-Fi. Έκανα και τα δύο. Έκτοτε, το σύστημα λειτουργεί άψογα, είτε ασύρματα είτε ενσύρματα.
Ξεκίνησα χρησιμοποιώντας τα LS60 όπως συνήθως ακούω μουσική — αναπαράγοντας μουσικά αρχεία αποθηκευμένα στο NAS μου μέσω Roon ή JRiver. Το σύστημα των LS60 είναι συμβατό με το Roon (“Roon Ready”): το Roon το αναγνωρίζει ως έγκυρη έξοδο, ικανή να δεχτεί έως και 32/384 και DSD256, καθώς και να αποκωδικοποιεί MQA. Ωστόσο, όλη η εσωτερική επεξεργασία στο LS60 γίνεται σε PCM, με τον ρυθμό να καθορίζεται από τον τρόπο σύνδεσης του Κύριου ηχείου με το Δευτερεύον. Όταν χρησιμοποιείται ασύρματη σύνδεση, οι πηγές επαναδειγματοληπτούνται σε 24/96 PCM. Αν τα δύο ηχεία συνδεθούν με το παρεχόμενο καλώδιο Ethernet, όλα επαναδειγματοληπτούνται σε 24/192. Δεν μπορούσα να διακρίνω ακουστή διαφορά, αλλά τελικά χρησιμοποίησα το καλώδιο. Υπάρχουν επίσης δύο βασικές επιλογές ρύθμισης — Κανονική Λειτουργία (Normal Mode) και Λειτουργία Ειδικού (Expert Mode) — για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης των ηχείων στον χώρο σας και, προαιρετικά, για την προσθήκη υπογούφερ. Αν και και οι δύο επιτυγχάνουν παρόμοιο αποτέλεσμα, η δεύτερη είναι πιο λεπτομερής και χρησιμοποιεί ελαφρώς πιο τεχνική ορολογία. Η Κανονική λειτουργία είναι απλή, αλλά, ως λάτρης του ήχου, προτίμησα τη δεύτερη ώστε να μην αφήσω καμία επιλογή ανεξερεύνητη.
Οι διαθέσιμες επιλογές είναι οι εξής:
Wall Mode (On/Off, –10.0dB to 0.0dB)
Treble Trim (–4.0dB to 4.0dB)
Phase Correction (On/Off)
Bass Extension (Less/Standard/Extra)
Balance Control (L–C–R)
How many subwoofers are you using (None/One/Two)
Subwoofer channel (Mono/Stereo)
Subwoofer model?
High-Pass Frequency (On/Off, 50Hz to 120Hz)
Subwoofer Out Low-Pass Frequency (40Hz to 250Hz)
Subwoofer Gain (–10dB to 10dB)
Subwoofer Polarity (On/Off)
Is your subwoofer a KW1?
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες σχετικά με το πώς κατέληξα σε όλες τις ρυθμίσεις μου, καθώς αυτές είναι συγκεκριμένες για τη δική μου περίπτωση, αλλά θα αναφερθώ σε μερικές από αυτές — ιδιαίτερα στη Διόρθωση Φάσης (Phase Correction) και στις ρυθμίσεις του υπογούφερ — στη διάρκεια αυτής της δοκιμής.
Από πού να ξεκινήσω;
Αρχικά, τα LS60 τοποθετήθηκαν στη θέση όπου βρίσκονταν τα Revel Studio, αλλά ο ήχος τους δεν ήταν ο 'σωστός' τόσο κοντά στους πλαϊνούς τοίχους. Εξάλλου, τα πλευρικά γούφερ του LS60 λειτουργούν έως και πάνω από τα 300Hz, και τα εξωτερικά γούφερ είναι στραμμένα βλέποντας προς τον τοίχο. Τα απομάκρυνα κατά τριάντα περίπου εκατοστά από τους τοίχους και τα έφερα επίσης τριάντα εκατοστά πιο κοντά στη θέση του ακροατή, τοποθετώντας τα παράλληλα μεταξύ τους, χωρίς καμία κλίση προς τα "μέσα" (toe-in). Με απόσταση πλέον περίπου 2.1 μέτρα αναμεταξύ τους και περίπου 3 μέτρα από το σημείο ακρόασης, ο ήχος τους άνθισε.
Ξεκίνησα με τις σονάτες για βιολί και πιάνο των Janáček, Brahms και Bartók, με τις Patricia Kopatchinskaja και Fazil Say (λήψη 16/44.1, Alpha ALPHA885). Λατρεύω αυτό το ντουέτο· είχα ανακαλύψει τον Say πριν από χρόνια σε μια εντυπωσιακή συναυλία με έργα Liszt στο 92nd Street Y, όπου ξεχώρισε για το χρώμα και τη ζωντάνια του παιξίματός του. Η Kopatchinskaja κατά την γνώμη μου είναι ισάξιά του, κάτι που έχει αποδείξει επανειλημμένα στο ευρύ ρεπερτόριό της. Ξεκινά τη σονάτα του Brahms (σε ρε ελάσσονα) με απαλά, σχεδόν "αέρινα" δοξαρίσματα. Την ακούω ελαφρώς αριστερά του κέντρου, σε ύψος όρθιας στάσης ερμηνείας (αν και δεν γνωρίζω το πραγματικό της ύψος). Μετά την εισαγωγή, ο Say δηλώνει εμφατικά την έναρξη του Allegro δεξιά του κέντρου. Η τονική ισορροπία και των δύο οργάνων είναι ρεαλιστική, και η τοποθέτησή τους — τόσο στον οριζόντιο όσο και στον κάθετο άξονα — είναι ακριβώς αυτή που θα περίμενε κανείς όπως σε μια ζωντανή ρεσιτάλ ερμηνεία.
Συνεχίζοντας με μικρό σύνολο αλλά αλλάζοντας είδος, έβαλα το Everlasting Dance των Tierro Band (λήψη 24/192, Octave Records OCT0020). Αυτό το μείγμα, που περιγράφεται ως Gypsy Grass, αντλεί στοιχεία από πολλές κουλτούρες και ερμηνεύεται με ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα (Tierro Lee), βιολί (Bridget Law), ακουστικό μπάσο (Charles Parker Mertens), κρουστά (Jonny Jyemo), τάμπλα (Nabin Shrestha) και φωνητικά. Για μένα, είναι η επιτομή της ρυθμικής αμερικάνικης μουσικής. Η κρυστάλλινη ηχογράφηση απλώνει τους μουσικούς σε ένα ηχητικό πεδίο ευρύτερο από την απόσταση μεταξύ των ηχείων, σταθερό και συνεχές, χωρίς «τρύπα» στο κέντρο. Η τονική ισορροπία ήταν καθησυχαστικά ουδέτερη και φυσική, με αισθητό μπάσο που διαψεύδει το μικρό μέγεθος των ηχείων. Όπως και με το ντουέτο Kopatchinskaja/Say, η οπτική εικόνα των LS60 — με τον οδηγό Uni-Q για μεσαίες και υψηλές συχνότητες μόλις 31 ίντσες πάνω από το πάτωμα — δεν εμπόδιζε καθόλου την αίσθηση μιας πλούσιας, ευρύχωρης σκηνής με φωνές και όργανα που παρουσιάζονται σε φυσικό ύψος. Μετά από όλα αυτά, σταμάτησα να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι τα LS60 περιορίζονται από το φυσικό μέγεθός τους. Απλώς τους «πέταξα» τα πάντα στο μουσικό πρόγραμμα — από a cappella φωνές και σόλο όργανα μέχρι ποπ, ροκ και τις μεγάλες ορχήστρες, χορωδίες μαζί και η παρουσία εκκλησιαστικού οργάνου — για να δω τι θα αντέξουν.
Σε γνώριμα κομμάτια όπως το “Sister Rosetta Goes Before Us” της Alison Kraus από το Raising Sand με τον Robert Plant (CD, Rounder 11661-9075-2) και το “I Can’t Stand the Rain” της Sara K από το Hell or High Water (SACD, Stockfisch SFR 357.4039.2) — και τα δύο με λιτή ενορχήστρωση αλλά ισχυρό χαμηλό — τα LS60 ανταποκρίθηκαν πλήρως στην πρόκληση. Οι φωνές ήταν καθαρές και τοποθετημένες στο κέντρο, το βιολί της Kraus είχε γλυκό ήχο και βρισκόταν ελαφρώς πιο πίσω, ενώ η κιθάρα της Sara K ακουγόταν γεμάτη και πλούσια. Το βαθύ τύμπανο και στα δύο κομμάτια ήταν τόσο συμπαγές, βαθύ και 'βαρύ' όσο το έχω ακούσει από πολύ μεγαλύτερα ηχεία. Τα LS60 δεν έδιναν την αίσθηση μικρότερων ηχείων· στην πραγματικότητα, θύμιζαν έντονα τα KEF Blade Two.
Ένα αγαπημένο κομμάτι, το “Lunge da voi ben mio”, που ανοίγει τον δίσκο Il Tedesco a Roma — μια ηχογράφηση με έργα του Kapsberger από το σύνολο L’Escadron Volant de la Reine (αντιγραφή WAV από CD, Harmonia Mundi HMM902645) — ξεκινά με μερικές φωνές, a capella, κοντινές μέσα στον χώρο. Σύντομα προστίθεται το ορχηστρικό σύνολο, αποκαλύπτοντας την κλίμακα του χώρου της ηχογράφησης: ...μεγάλη ! Πρόκειται για μια από τις λίγες ηχογραφήσεις στις οποίες διαπίστωσα ότι η προεπιλεγμένη ρύθμιση Διόρθωσης Φάσης (Phase Correction: “On”) δεν ήταν η καλύτερη επιλογή. Με τη διόρθωση φάσης ενεργοποιημένη, οι φωνές και τα όργανα αποδίδονταν με ανώτερη ακρίβεια στον χώρο. Όταν την απενεργοποίησα, οι φωνές και τα όργανα έχασαν λίγη από την ευκρίνειά τους, αλλά ο ήχος απλώθηκε περισσότερο, πέρα από τα όρια των ηχείων. Η στερεοφωνική εικόνα απέκτησε ελαφρώς μεγαλύτερο βάθος.
Για να το εξετάσω περαιτέρω, στράφηκα σε ένα παλιό αγαπημένο κομμάτι, το “Yulunga (Spirit Dance)” από το άλμπουμ Into the Labyrinth των Dead Can Dance (SACD, 4AD SAD 2711). Η ατμόσφαιρα αυτής της ηχογράφησης είναι αυτό που λέμε "πλούσια". Η φωνή της Lisa Gerrard, καθώς και η σταδιακή προσθήκη οργάνων που ξεκινά με το μοναχικό shaker από το αριστερό ηχείο, αποδίδονται με ανατριχιαστικό ρεαλισμό, είτε με τη Διόρθωση Φάσης ενεργοποιημένη είτε όχι. Ωστόσο, όταν την απενεργοποίησα, το βάθος της ηχητικής σκηνής αποδόθηκε σε τέτοιο βαθμό, που μπορούσα σχεδόν να «δω» τον χώρο. Υποψιάζομαι ότι η KEF θα ισχυριζόταν πως αυτή η ενισχυμένη αίσθηση βάθους είναι ένα τεχνητό αποτέλεσμα των φασικών μετατοπίσεων, το οποίο διορθώνεται μέσω των all-pass filters της. Δεν θα διαφωνήσω. Από την άλλη, πάντοτε απολάμβανα αυτή τη βαθιά στερεοφωνική εικόνα του άλμπουμ στα καλύτερα συστήματα.
Ήρθε η ώρα να δοκιμάσω τα LS60 σε πιο απαιτητικά έργα. Επέλεξα το War Requiem του Benjamin Britten, σε μια σχετικά άγνωστη αλλά εξαιρετικά αξιόλογη εκτέλεση υπό τη διεύθυνση του Paul McCreesh, ηχογραφημένη το 2013 (16/44.1 FLAC download, Signum SIGCD340). Πρόκειται για μια θαυμάσια ηχογράφηση, με θερμή και ευρύχωρη ακουστική, που αποκαλύπτει τόσο την οικειότητα όσο και τη δύναμη αυτού του αριστουργήματος. Θα μπορούσαν άραγε δύο μικρά LS60 να το αποδώσουν δικαίως; Μπορούσαν — και το έκαναν. Ακόμα και στο “Dies Irae”, που ξεκινά με τους τέσσερις σολίστες αρκετά μπροστά (όχι τόσο πολύ ώστε να «ξεπετάγονται» προς τον ακροατή), το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Καθώς η μουσική προχωρούσε, οι ομάδες των οργάνων, το τύμπανο, το tam-tam και το tutti ακούγονταν πεντακάθαρα, ισορροπημένα και άνετα, τοποθετημένα μέσα σε έναν τεράστιο και ρεαλιστικό χώρο — όλα αυτά, να σημειωθεί, με τη Διόρθωση Φάσης ενεργοποιημένη.
Στα παραπάνω σχόλια, δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να είμαι σχολαστικός σχετικά με την τονικότητα, το ηχόχρωμα ή άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την απόκριση συχνότητας, γιατί τα LS60 δεν έδειξαν να έχουν καμία τάση χρωματισμού ή ιδιαιτερότητας / προκατάληψης. Πολλές απευθείας συγκρίσεις με τα Blade Two Meta, χρησιμοποιώντας τα ίδια μουσικά κομμάτια, το επιβεβαίωσαν.
Είναι τέλεια; Κανένα ηχείο δεν είναι. Ωστόσο, τα LS60 πλησιάζουν πολύ, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η λογική τιμή τους, το διακριτικό μέγεθος και η ελκυστική εμφάνισή τους. Όσο για τη Διόρθωση Φάσης, όταν την απενεργοποίησα, τα LS60 έμοιαζαν περισσότερο με τον πολύ μεγαλύτερο «συγγενή» τους, το Blade Two Meta, όταν τα δύο ζεύγη συγκρίθηκαν πλάι πλάι. Τα Blade προσέφεραν ακόμα πιο ευρύχωρη σκηνή και ακουγόταν πιο σταθερά και γεμάτα στις μεσαίες και ανώτερες χαμηλές συχνότητες, αλλά η διαφορά ήταν εκπληκτικά μικρή.
Κάποιοι αναγνώστες ίσως δυσπιστήσουν για τα σχόλιά μου σχετικά με τις επιδόσεις των LS60 στα χαμηλά. Πράγματι εντυπωσιακές για το μέγεθός τους και πολύ καλές σε απόλυτους όρους. Αλλά είναι αλήθεια: όσο καλά κι αν απέδιδαν τα τέσσερα μικρά γούφερ τους (με τη βοήθεια DSP), δεν μπορούσαν να φτάσουν τους μεγαλύτερους οδηγούς των Blade Two. Η έκταση στα χαμηλά ήταν συγκρίσιμη, αλλά μόνο σε χαμηλότερες εντάσεις. Το DSP των LS60 μειώνει προοδευτικά τις πολύ χαμηλές συχνότητες όσο αυξάνεται η ένταση, συμμορφούμενο με τον «Σιδερένιο Νόμο του Hofmann», φτάνοντάς τον στα όριά του. Με τα κομμάτια των Tierro Band, Alison Kraus, Sara K και —ως ένα βαθμό— Dead Can Dance, τα LS60 παρείχαν άφθονο μπάσο, μέχρι το σημείο που η ένταση γινόταν υπερβολική για 'ευχάριστη' ακρόαση ή για τους γείτονες. Με μεγάλες ορχήστρες (Mahler, Holst κ.ά.), όργανο, ή υποθέτω με hard rock, techno ή electronica, ένα ή δύο υπογούφερ θα έδιναν μια απλή και αποτελεσματική λύση.
Η χρήση υπογούφερ με τα LS60 ήταν πανεύκολη, καθώς τα απαραίτητα εργαλεία υπάρχουν ενσωματωμένα στο KEF Connect. Σύνδεσα καλώδιο RCA από την έξοδο υπογούφερ κάθε ηχείου LS60 σε ένα SVS SB-3000 (συνολικά δύο subwoofers). Bολικά, βρίσκονταν ήδη πίσω από τα μικρά KEF και τα ρύθμισα ως στερεοφωνικά υπογούφερ. Ta φίλτρα High Pass και Low Pass ρυθμίστηκαν στα 92,5Hz, το sub gain στα –9,0dB, με θετική πολικότητα, όλα καθορισμένα με βάση την ακρόαση και επιβεβαιωμένα με το Room EQ Wizard. Με την προσθήκη των υπογούφερ, τα LS60 μεταμορφώθηκαν σε «τέρατα» ! H απόδοσή τους απελευθερώθηκε. Το βαθύ μπάσο ενσωματώθηκε άψογα, καλύτερα ακόμη και από αυτό των Blade χωρίς υπογούφερ. Η ευκολία και η διαφάνεια στη χαμηλή μεσαία περιοχή αυξήθηκαν, έστω και οριακά, κάτι αισθητά εμφανές στις ακουστικές κιθάρες, πιθανότατα λόγω της ελάφρυνσης του φορτίου στα γούφερ των LS60.
Συμπεράσματα.
Αν έχετε φτάσει ως αυτό το σημείο, ξέρετε πόσο εντυπωσιασμένος είμαι με το μοντέλο LS60. Το συμπέρασμα όμως είναι ότι το θεωρώ κάτι περισσότερο από ένα ζεύγος ηχείων. Το LS60 Wireless είναι ένα σχεδόν state-of-the-art ηχοσύστημα, που μπορεί να προσαρμοστεί σε (επίσης σχεδόν) κάθε χώρο και να αναπαράγει οποιαδήποτε πηγή ροής, αρκεί μόνο να έχετε ένα smartphone με μουσική ή μια εφαρμογή streaming. Αν αναζητάτε ηχεία ή ακόμα και ένα πλήρες σύστημα, λίγο πάνω από τα 5000 ευρώ, τα KEF LS60 αξίζουν σοβαρά την προσοχή σας. Ασυναγώνιστα!
-------------------------
Πλαϊνή στήλη 1: Δεν είναι απλώς ηχεία
Ξεκίνησα αυτήν την αξιολόγηση θεωρώντας τα LS60 ως ένα ζευγάρι ενεργών ηχείων με μερικές επιπλέον λειτουργίες και επικεντρώθηκα στο πώς αποδίδουν με αυτά τα κριτήρια. Ωστόσο, η ικανότητά τους να δέχονται και να αποδίδουν εξαιρετικά με σχεδόν οποιαδήποτε πηγή μουσικής τα κατατάσσει σε διαφορετική κατηγορία. Στην πραγματικότητα, αποτελούν ένα ολοκληρωμένο ηχοσύστημα, που του λείπει μόνο μια εξωτερική πηγή.
Σε βασικό επίπεδο, δεν απαιτείται δικτύωση, αν και για τη ρύθμιση και τον έλεγχο χρειάζεται ένα smartphone συνδεδεμένο μέσω Wi-Fi. Μπορείτε να συνδέσετε απευθείας μια στερεοφωνική πηγή line-level (RCA) στα LS60, συμπεριλαμβανομένου ενός προενισχυτή πικάπ, εφόσον δεν σας ενοχλεί η μετατροπή του σήματος σε 24/96 PCM και η αναπόφευκτη επεξεργασία DSP που βρίσκεται στον πυρήνα του συστήματος. Επειδή δεν διαθέτω πικάπ, συνέκρινα αυτή τη διαδρομή σήματος χρησιμοποιώντας την αναλογική στερεοφωνική έξοδο του Oppo player μου με τις ψηφιακές εξόδους S/PDIF (ομοαξονική και TosLink) του ίδιου player, συνδεδεμένες στις αντίστοιχες εισόδους των KEF. Έμεινα ικανοποιημένος από τον ήχο των CD και με τους τρεις τρόπους σύνδεσης και δυσκολεύτηκα να διακρίνω διαφορές μεταξύ τους. Ακόμα καλύτερη ήταν η αναπαραγωγή μέσω HDMI από το Oppo, το Apple TV 4K ή τον server μου με το JRiver, που έπαιζε τοπικές και διαδικτυακές πηγές έως 24/192. Με αυτόν τον τρόπο παρακάμπτονταν η συνηθισμένη μου αλυσίδα από USB, DAC και ενισχυτές. Μπόρεσα να συγκρίνω απευθείας αυτή τη διαδρομή μέσω των LS60 με τη συνηθισμένη μου ρύθμιση με τα Blades. Και οι δύο επιλογές με ικανοποίησαν πλήρως· η ευκολία και η ταχύτητα λειτουργίας των LS60 αντιστάθμιζαν τη μεγαλύτερη διαφάνεια και την ανώτερη στερεοφωνική εικόνα των Blades. Ακόμα και όσοι αποφεύγουν τη δικτύωση θα αποκομίσουν πλήρως την αξία των LS60.
Οι περισσότεροι χρήστες, ωστόσο, θα προτιμήσουν τις σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες που προσφέρει η πρόσβαση στο δίκτυο. Η εφαρμογή KEF Connect είναι εύκολη στην πλοήγηση τόσο σε κινητά και tablet Apple ή Android (εγώ χρησιμοποίησα μόνο iOS) όσο και με το τηλεχειριστήριο. Στην αρχική οθόνη υπάρχουν ομάδες εικονιδίων που επιτρέπουν την επιλογή φυσικών πηγών εισόδου (όπως αναφέρθηκε παραπάνω), διαδικτυακών πηγών (Amazon Music, Deezer, Qobuz, Spotify, Tidal, Internet Radio, podcasts) ή τοπικών πηγών στο οικιακό σας δίκτυο (LAN). Όλες οι διαδικτυακές υπηρεσίες λειτούργησαν ομαλά και προσέφεραν ποιότητα ήχου τουλάχιστον ισάξια με αυτήν των επίσημων εφαρμογών τους. Από την άλλη, τα γραφικά των εφαρμογών streaming ήταν πιο εντυπωσιακά. Η απόδοση των LS60 ως Roon Ready συσκευών ήταν άψογη· έτσι τα χρησιμοποίησα στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της αξιολόγησης. Το streaming μέσω DLNA από το JRiver ήταν επίσης εξαιρετικό. Τέλος, το KEF Connect μπορούσε να έχει άμεση πρόσβαση και να αναπαράγει μουσικά αρχεία από τον NAS μου. Είτε μέσω Roon, είτε μέσω JRiver, είτε απευθείας, τα LS60 αναπαρήγαγαν τα πάντα εντός των καθορισμένων προδιαγραφών (συμπεριλαμβανομένων των αρχείων DSD, μεταδειγματοληπτημένων σε 24/192 ή 24/96 ανάλογα με το αν το δευτερεύον LS60 ήταν συνδεδεμένο με καλώδιο Ethernet ή Wi-Fi) και, στις πολυκαναλικές πηγές, έκαναν downmix σε στερεοφωνικό.
Τα LS60 Wireless ενέπνεαν δύναμη και αυτονομία. Έπαιξαν ό,τι τους έδωσα — και ακούγονταν υπέροχα. Τι παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από ένα μουσικό σύστημα; — Kalman Rubinson
---------------
Οτι σημαντικό έχει να επιδείξει σήμερα η περίφημη KEF θα βρείτε στο κατάστημα, web-store & showrooms της Heaven Audio.
Τιμή μοντέλου KEF LS60 (ζεύγος): 5.499,- ευρώ .
-------
Τεχνικά χαρακτηριστικά:
Περιγραφή κατασκευαστή: DSP-controlled, powered, floorstanding, three-way, Single Apparent Source loudspeaker with bass-reflex enclosure. Drive units: 4" aluminum Uni-Q (coaxial) with 0.75" aluminum dome with MAT, four 5.25" aluminum-cone bass drivers in two force-canceling pairs. Wireless: AirPlay 2, Google Chromecast, Roon Ready, Bluetooth 4.2, UPnP compatible. Streaming services: Spotify via Spotify Connect, Tidal via Tidal Connect, Amazon Music, Qobuz, Deezer, QQ Music via Qplay, Internet Radio, Podcasts. Input resolution: Network, up to 24/384, Optical, up to 24/96, Coaxial up to 24/192, HDMI up to 24/192. Supported formats (all inputs): FLAC, WAV, AIFF, ALAC, AAC, WMA, MP3, M4A, LPCM, Ogg Vorbis. Additional supported formats (network): MQA, DSD. Audio inputs (on primary speaker): Analog stereo (RCA), HDMI eARC, S/PDIF (TosLink, RCA), Ethernet (RJ45). Outputs: Subwoofer (RCA). Crossover frequencies: 340Hz, 3.1kHz. Frequency response (@85dB/1m): 26Hz–36kHz, –6dB; 31Hz–24kHz, ±3dB). Power amplifiers: 500W class-D (LF), 100W class-D (MF), 100W, class-AB (HF). Peak SPL: 111dB (@ 1m with pink noise). Power consumption: 450W operating, 2w standby.
Διαστάσεις: 42.9" (1090mm) H × 8.3" (212mm) W × 15.5" (394mm) D including base. Weight (per pair): 138lb (62.4kg).
Φινιρίσματα: (cabinet/Uni-Q) Royal Blue/Copper, Titanium Grey/Copper, Mineral White/Silver.

Please complete your information below to login.